Ο θάνατος μιας γεννιάς

 

Ασέβεια προς τον νεκρό

Το περσινό καλοκαίρι ‘έφυγε’ ένας φίλος. Ήταν, για μένα τουλάχιστον, ένα απροσδόκητο γεγονός. Δούλευε στο αγαπημένο μου μπαρ και υπήρχε οικογενειακή φιλία μεταξύ μας. Μια μέρα πριν από τον θάνατο του καθόμουν απέναντι του και του μιλούσα. Μιλούσαμε για τις μουσικές που μας αρέσουν, για τα βιβλία που διαβάσαμε ή θα θέλαμε να διαβάσουμε στο μέλλον. Η αλήθεια είναι ότι δεν τον συμπαθούσα τον νεκρό. Δεν ξέρω πως να το πω πιο απλά αλλά εκτός από τα κοινά μας γούστα σε κάποια πράγματα και μια οικειότητα που ένιωθα μαζί του, έβρισκα τον τρόπο σκέψης του λανθασμένο και κάπως ενοχλητικό. Μια νύχτα συνέβη όμως κάτι που με έκανε να τον αντιπαθήσω ακόμα περισσότερο. 

 

 Ο συγχωρεμένος στεκόταν πίσω από το μπαρ. ‘Το είδες αυτό;’ του λέω. ‘Πρώτη φορά έχω τόσο θάρρος.’ ‘Τι να δω’ μου απαντάει, ‘δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά. Γίνεσαι ρεζίλι.’ ‘Μα γιατί δεν είπα ούτε έκανα κάτι κακό.’


Έτυχε εκείνη την νύχτα να βρίσκομαι στο μπαρ με δυο φίλους. Ύστερα από δυο τρία ποτά αρχίζω να παρατηρώ μια κοπέλα απέναντι μου. Φορούσε ένα παράξενο εμπριμέ φόρεμα και είχε σχιστά ματιά. Σε κανονικές συνθήκες θα περίμενα η βραδιά να περάσει χωρίς να κάνω τίποτα. Όμως για κάποιο λόγο είμαι στα κέφια μου, έχω θάρρος. Σηκώνομαι λοιπόν, πάω και της μιλάω. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς της λέω. Μάλλον έκανα κάποια γελοία μαντεψιά για την καταγωγή της η οποία ήμουν βέβαιος πως ήταν ασιατική, όμως γελάμε και οι δύο δυνατά. Το μαγαζί δεν έχει πολύ κόσμο, η μουσική είναι χαμηλά και η κάπως αδέξια προσπάθεια μου να προσεγγίσω μια άγνωστη γίνεται θέμα. Φυσικά στο τέλος φεύγει, δεν έχω καταφέρει τίποτα παραπάνω από το να μου χαμογελάσει και να μοιραστεί μαζί μου την αληθινή της καταγωγή η οποία ήταν κάπου σε ένα χωριό της Πελοπονήσου. Έτσι κι αλλιώς νιώθω καλά, μάλλον καλύτερα, πολύ καλύτερα από πριν για το θάρρος μου και την ειλικρίνεια μου. Ο συγχωρεμένος στεκόταν πίσω από το μπαρ. ‘Το είδες αυτό;’ του λέω. ‘Πρώτη φορά έχω τόσο θάρρος.’ ‘Τι να δω’ μου απαντάει, ‘δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά. Γίνεσαι ρεζίλι.’ ‘Μα γιατί δεν είπα ούτε έκανα κάτι κακό.’ ‘Ναι αλλά ξεφτιλίστηκες.’

Ε λοιπόν φίλε είχες άδικο. Δεν στο είπα τότε, απλά σου χαμογέλασα και γύρισα να φύγω. Σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερο να μην συγκρουστώ μαζί σου και τώρα πια είναι πολύ αργά. Θα το πω όμως για μένα, για τους υπόλοιπους που είναι ακόμα εδώ. Προτού όμως σου πω πόσο άδικο είχες και πόσο μαλάκας ήσουν θέλω να εξηγήσω μερικά πράγματα.

Οι ‘Προικισμένοι’


Είμαστε μια γενιά ανθρώπων, όλοι οι γεννημένοι από το 1970 και μετά, οι οποίοι μάλλον σταθήκαμε τυχεροί στο ότι μεγαλώσαμε σε μια σχετικά άνετη οικονομική περίοδο και ζήσαμε από πρώτο χέρι την επανάσταση των ηλεκτρονικών μέσων. Εγώ προσωπικά μπορώ να αφηγηθώ την παιδική ηλικία μου  με ορόσημο την έλευση συγκεκριμένων ηλεκτρονικών συσκευών. Από το VCR, τους πρώτους προσωπικούς υπολογιστές, τον ερχομό του CD κάθε μου βήμα, κάθε μου επαφή με τον κόσμο είχε να κάνει με την εξοικείωση και τον θαυμασμό μου για μια τέτοια συσκευή. 

»Εκφράσεις όπως ‘είναι απίστευτος’, ‘το παιδί είναι ιδιοφυΐα’ ‘μπροστά του νιώθω ηλίθιος’ δίνουν και παίρνουν γύρω από τα εκστασιασμένα παιδιά τα οποία νιώθουν πως έχουν ήδη συγκλονίσει τον κόσμο κάνοντας κάτι τόσο φαινομενικά ανόητο.»


Όπως είναι φυσικό ένα παιδί εξοικειώνεται πολύ γρήγορα με ένα κωδικοποιημένο σύστημα εντολών όπως είναι αυτό που απαιτεί μια ηλεκτρονική συσκευή για να την χειριστείς. Στα μάτια των γονιών του όλο αυτό φαντάζει αληθινό θαύμα όμως δεν είναι και τόσο συνταρακτικό αν σκεφτεί κανείς πως ένα παιδί μπορεί να αποκωδικοποίησει και να χρησιμοποιήσει μέχρι και τέσσερις μητρικές γλώσσες χωρίς να μπερδευτεί. Ακόμα και τώρα οι γονείς στέκονται με το στόμα ανοιχτό πάνω από τους πιτσιρικάδες τους όταν κατεβάζουν παιχνίδια στο κινητό ή ψάχνουν βίντεο στο youtube πολλές φορές στα αγγλικά χωρίς να έχουν πάει ακόμα σχολείο. Εκφράσεις όπως ‘είναι απίστευτος’, ‘το παιδί είναι ιδιοφυΐα’ ‘μπροστά του νιώθω ηλίθιος’ δίνουν και παίρνουν γύρω από τα εκστασιασμένα παιδιά τα οποία νιώθουν πως έχουν ήδη συγκλονίσει τον κόσμο κάνοντας κάτι τόσο φαινομενικά ανόητο. Θυμάμαι τον θείο μου να απορεί με δέος βλέποντας με να παίζω καράτε στο κομπιούτερ. Με ρωτούσε ξανά και ξανά ‘τώρα δηλαδή αυτούς τους κουνάς εσύ;’. Θυμάμαι τον πατέρα μου να βάζει τις βιντεοκασσέτες ανάποδα στην υποδοχή. Να ιδρώνει διαβάζοντας οδηγίες για το ποιο κουμπί να πατήσει για να μαγνητοσκοπήσει μια εκπομπή κι ύστερα να παραδίνεται και να με παρακαλάει να το κάνω εγώ.

Οι γονείς μας δεν ήταν ηλίθιοι. Και είναι πολύ πιθανόν πως ούτε εμείς ήμασταν ιδιοφυΐες. Ήμασταν απλά εξοικειωμένοι με μία γλώσσα που ήταν άγνωστη σε αυτούς. Όμως εκτός κι αν το παιδί είναι πράγματι ιδιοφυΐα κι έχει καταφέρει μέχρι τα 12 του να διαβάσει και να καταλάβει αρκετά βιβλία γλωσσολογίας, ψυχολογίας και κοινωνιολογίας τότε το πιο πιθανόν είναι να μην μπορέσει να εξηγήσει τον απίστευτο θαυμασμό των γονιών του για τις ικανότητες του. Το πιο πιθανόν είναι να πιστέψει πως όντως είναι ξεχωριστό. Πως στα αλήθεια έχει μια απίστευτη ευκολία στο να κάνει πράγματα τα οποία στους γύρω του φαίνονται τόσο πολύπλοκα. Και ίσως να είναι κι έτσι. Η ικανότητα σου σαν παιδί να χρησιμοποιείς κωδικοποιημένα συστήματα εντολών είναι αξιοθαύμαστη! Μόνο που δεν είναι μοναδική, την έχουν όλα σχεδόν τα μέλη της τάξης των Homo Sapiens. Είναι ότι πιο συνηθισμένο στον κόσμο. Όμως το κακό έχει γίνει. Λίγο έως πολύ έχεις πιστέψει πως είσαι ξεχωριστός και πως αξίζεις τον θαυμασμό των γύρω σου επειδή καταφέρνεις το προφανές. Άλλωστε μεγαλώνοντας ακούς να το επαναλαμβάνουν παντού. Από την τηλεόραση και τις ταινίες μέχρι στο τοίχο σου στο Facebook. Πως είσαι ξεχωριστός … προικισμένος και μάλιστα χωρίς καθόλου κόπο.

Η Κηδεία ενός Ξεχωριστού Ανθρώπου

Η μέρα της κηδείας ήταν αφόρητα ζεστή με πολύ υγρασία. Φτάσαμε στο νεκροταφείο με την αδερφή μου και μια φίλη της οι οποίες και οι δύο ήταν συμμαθήτριες του νεκρού. Ο ναός ήταν ασφυχτικά γεμάτος με κόσμο και αρκούσε να ρίξεις μια ματιά από τα σκαλιά της εισόδου για να νιώσεις την απελπισία των γονιών και των στενών συγγενών. Σκυμμένα κεφάλια, μάτια πρησμένα από το κλάμα, ούτε ένας λυγμός, ούτε ένα ξέσπασμα. Έμοιαζε να μην υπάρχει τρόπος να εκτονωθεί το μέγεθος της θλίψης τους. Έξω από το ναό οι στενοί φίλοι του είχαν καταρρεύσει μπροστά από ένα πλήθος γνωστών και θαμώνων των μπαρ στα οποία ο νεκρός δούλευε ως DJ.

»Αν υπήρχε Θεός σίγουρα έτσι θα ήθελε να αποχαιρετιστεί ένας ξεχωριστός άνθρωπος όπως ο φίλος μας. Με την αγαπημένη του ανατρεπτική μουσική να ξεφωνίζει μέσα από τα σύννεφα. Όπως στις ταινίες, όπως στις διαφημίσεις για ουίσκυ.»

 

Όλοι τους άνθρωποι της γενιάς μας ανάμεσα στα 30 και στα 45. Άνθρωποι νέοι, όμορφοι, με όλη την ζωή μπροστά τους. Άκουγα τις ψαλμωδίες κι έτριβα νευρικά τα ιδρωμένα χέρια μου στο παντελόνι. Δεν άντεχα την ζέστη, δεν άντεχα τα ρούχα μου, δεν άντεχα να καταλάβω τι ακριβώς είχε συμβεί. Ξαφνικά σαν από το πουθενά άρχισε να παίζει το τραγούδι των Rolling Stones It’s only Rock and Roll But I Like It. Η πρώτη σκέψη ήταν πως ήταν απλά ο ήχος κλήσης ενός κινητού. Άλλωστε ήταν η αγαπημένη μας μουσική, η μουσική η οποία έπαιζε στα μπαρ και όλοι λατρεύαμε. Ήταν λογικό. Το τραγούδι όμως σταμάτησε απότομα κι ύστερα ξεκίνησε να παίζει ένα τραγούδι των Placebo κι έπειτα ένα τραγούδι των Waterboys. Κάποιος το έκανε επίτηδες δεν υπήρχε αμφιβολία. Αρκετοί γύρισαν προς το μέρος μου και τους κοίταξα με απορία. Για μια στιγμή μου πέρασε από το μυαλό πως ίσως να ήταν κάτι μεταφυσικό. Αν υπήρχε Θεός σίγουρα έτσι θα ήθελε να αποχαιρετιστεί ένας ξεχωριστός άνθρωπος όπως ο φίλος μας. Με την αγαπημένη του ανατρεπτική μουσική να ξεφωνίζει μέσα από τα σύννεφα. Όπως στις ταινίες, όπως στις διαφημίσεις για ουίσκυ.

Βαδίζοντας αργά με το πλήθος προς το σημείο ταφής έβγαλα το κινητό μου από την τσέπη. Η εφαρμογή που παίζει μουσική είχε ανοίξει κατά λάθος. Κοίταξα γεμάτος ενοχές γύρω μου όμως κανείς δεν μου έδινε σημασία. Συνέχισαν να βαδίζουν αργά, μέσα στα ξεχωριστά τους ρούχα, τα ξεχωριστά τους αθλητικά παπούτσια και τα ξεχωριστά τους γυαλιά ηλίου. Αυτό που μας ένωνε αν όχι όλους, τουλάχιστον τους περισσότερους με τον νεκρό ήταν η ιδιαιτερότητα μας. Όλοι ακούγαμε μουσική που μόνο εμείς μπορούσαμε να καταλάβουμε, όλοι διαβάζαμε βιβλία που μόνο εμείς είχαμε ανακαλύψει, όλοι είχαμε τον δικό μας ξεχωριστό τρόπο να ντυνόμαστε. Οι απόψεις μας ήταν εναλλακτικές, τα συναισθήματα μας βαθειά και πολύπλοκα και δεν μπορούσαν να εξηγηθούν με απλό τρόπο. Όσο κι αν ακούγεται τραβηγμένο ήταν μια πομπή ‘προικισμένων’, ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της γενιάς μας, που σε λίγο θα σκέπαζε με χώμα έναν από εμάς. Αν είχε κάποια σημασία το γεγονός του θανάτου ήταν πως αποτελούσε κι αυτό ακόμα ένα στίγμα της ιδιαιτερότητας μας, ακόμα μια αφορμή για να εκφράσουμε το πόσο ξεχωριστοί ήμασταν.

Λίγες ώρες μετά την κηδεία καθισμένος στον καναπέ του σπιτιού μου ξέσπασα σε κλάματα. Ένιωσα έναν αβάσταχτο πόνο που μου έκοψε την ανάσα. Έκλαιγα δυνατά για ώρα χωρίς να μπορώ να σταματήσω. Πρώτη φορά συνειδητοποιούσα πως το γεγονός πως ήμουν ζωντανός ήταν απλά θέμα στατιστικής. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο ξεχωριστό με την πάρτη μου. Όλα όσα ανέβαλλα, όλα όσα φοβόμουν να κάνω, όλα όσα αγαπούσα και δεν φρόντιζα να τα ζήσω θα μπορούσαν, αν βρισκόμουν στην θέση του νεκρού φίλου μου, να είχαν τελειώσει μια και καλή σήμερα. Για εκείνον η ευκαιρία είχε χαθεί οριστικά. Ήταν τόσο απλό. Θυμήθηκα την τελευταία φορά που τον είχα συναντήσει, το τελευταίο βλέμμα του … ένα βλέμμα που θα με στοιχειώνει για πάντα και θα μου θυμίζει πόσο απελπιστικά συνηθισμένος είμαι.

 


Ένας Άλλος Κόσμος είναι Εφικτός
Ξεκίνησα αυτό το μπλογκ με την προσδοκία να γίνει ένα ημερολόγιο αποτυχίας. Όπως λέω και στην περιγραφή έχω αποτύχει χιλιάδες φορές σε πάρα πολλά πράγματα από τα πιο ασήμαντα μέχρι και σε πράγματα που καθόρισαν την ζωή μου οπότε νιώθω πως έχω κάτι να συνεισφέρω στο θέμα. Έχω σκοπό να μιλήσω για τις επαγγελματικές μου αποτυχίες, τις σεξουαλικές και ερωτικές μου αποτυχίες, ακόμα και τις πιο καθημερινές μου αποτυχίες στα πιο κοινότυπα πράγματα με απόλυτη ειλικρίνεια. Όσοι αυτή την στιγμή κρυφογελάτε πίσω από τις οθόνες σας και νιώθετε πως εκτίθεμαι ανεπανόρθωτα σκεφτείτε καλύτερα τον λόγο που νιώθετε έτσι και ίσως αυτό να σας βοηθήσει να καταλάβετε καλύτερα τους εαυτούς σας. Όσοι πάλι πιστεύετε πως διαβάζοντας έχετε να κερδίσετε κάτι καλωσήρθατε.

»Δεν είναι Γιάννης. Είναι Γιάνης. Όπως όλοι μας είναι τόσο ‘ξεχωριστός’ ώστε δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα παραπάνω από το να λάμψει με την παρουσία του μέσα στις αίθουσες των Βρυξελλών προκειμένου να χαράξει ένα καινούριο δρόμο για όλη την ανθρωπότητα.»


Ένα πράγμα που έχω μάθει αποτυγχάνοντας είναι πως θα πρέπει να χαραμίσεις πάρα πολύ χρόνο από την ζωή σου και να καταβάλλεις πάρα πολύ προσπάθεια για να μην αποτύχεις σε τίποτα. Όσο κι αν προσπαθείς, όσο κι αν προσέχεις ακόμα κι αν κλειστείς μέσα σε ένα δωμάτιο για το υπόλοιπο της ζωής σου με κάποιο τρόπο θα έχεις αποτύχει. Το θέμα λοιπόν δεν είναι να μην αποτύχεις. ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ. Πάρτο απόφαση.

Κάτι άλλο που κατάλαβα είναι πως αν δεν επιλέξεις εσύ την αποτυχία τότε θα επιλέξει εκείνη εσένα. Αν φοβηθείς ας πούμε να μιλήσεις σε μια κοπέλα που σου αρέσει και προτιμήσεις να πλησιάσεις κάποια που δεν σου αρέσει γιατί δεν θα σου στοιχίσει και τόσο οι πιθανότητες αποτυχίας είναι οι ίδιες, αν όχι περισσότερες. Ακόμα και σε περίπτωση που τα καταφέρεις και την ρίξεις, θα νιώθεις πως δεν κατάφερες και τίποτα σπουδαίο και θα το χρεωθείς και πάλι ως αποτυχία. Είναι καλύτερο να επιλέγεις εσύ τα πράγματα στα οποία αποτυγχάνεις παρά να αφήνεις να οδηγείσαι σε τυχαίες ή αδιάφορες επιλογές. Το ψυχολογικό βάρος μιας αποτυχημένης συνειδητής επιλογής είναι βέβαια πιο μεγάλο όμως έχεις περισσότερα να μάθεις και σίγουρα ακολουθείς ένα δρόμο τον οποίο έχεις επιλέξει και επομένως θα έχεις περισσότερο κουράγιο και όρεξη να κάνεις κάτι αξιόλογο.

Το τρίτο και το πιο σημαντικό είναι πως η αποτυχία δεν έχει και τόση σημασία. Ειλικρινά. Συμβαίνει, έχει ένα συγκεκριμένο αντίκτυπο στην διάθεση σου, ίσως να σε ντροπιάζει στον περίγυρο σου όμως αργά ή γρήγορα θα ξεχαστεί. Αυτό που έχει την μεγαλύτερη σημασία είναι το πως ερμηνεύεις αυτή την αποτυχία και τι μαθαίνεις από αυτή. Και μια που είμαστε στο θέμα των αποτυχιών και της ερμηνείας τους ας θυμηθούμε λίγο το φοβερό δημοψήφισμα του 2015.

Είχαν περάσει έξι μήνες από τότε που ο Τσίπρας και το επιτελείο του ανέλαβαν την εξουσία με στόχο να αλλάξουν την Ευρώπη και κατ’ επέκταση τον κόσμο. Η κυβέρνηση του Σύριζα είναι μια κυβέρνηση που στηρίχτηκε κατά κύριο λόγο από την νεολαία και εξέφραζε σε μεγάλο βαθμό την νοοτροπία και τις προσδοκίες της. Δεν είναι τυχαίο που τα πιο μετριοπαθή και ηλικιακά μεγαλύτερα στελέχη παραγκωνίστηκαν εξ’ αρχής. Στο υπουργείο οικονομικών βρίσκεται ένας άνθρωπος πολύ ‘ξεχωριστός’, τόσο διαφορετικός ώστε δεν ανέχεται να γράφεται το κοινότυπο όνομα του με τον ίδιο τρόπο που γράφεται για τον υπόλοιπο κόσμο. Δεν είναι Γιάννης. Είναι Γιάνης. Όπως όλοι μας, είναι τόσο ‘ξεχωριστός’ ώστε δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα παραπάνω από το να λάμψει με την παρουσία του μέσα στις αίθουσες των Βρυξελών προκειμένου να χαράξει ένα καινούριο δρόμο για όλη την ανθρωπότητα. Τον δοξάζουμε σαν ήρωα και γιατί όχι, άλλωστε είναι όπως εμείς και τα πάει περίφημα.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Η κυβέρνηση Σύριζα και μαζί της σχεδόν όλος ο ελληνικός λαός έρχεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα. Η Ευρώπη κλείνει τις κάνουλες και ο Τσίπρας παίζει το τελευταίο χαρτί του, τον περίφημο ‘εκβιασμό’ με δημοψήφισμα. Ο λαός ακολουθεί με θάρρος, λέει το μεγάλο όχι όμως η πραγματικότητα παραμένει ασυγχώρητα δυσάρεστη και εφιαλτική. Ο Βαρουφάκης πάει στην Αίγινα για μπάνιο και ο Τσίπρας κάνει την περίφημη αιματηρή διαπραγμάτευση φορώντας ακόμα το στενό κοστούμι του χωρίς γραβάτα, χαμογελώντας στραβά και έχοντας έρπη στα χείλη. Πολλοί λένε πως είναι υπό την επήρεια βαρβιτουρικών.

 

Τι Φοβάσαι;
Ως άνθρωπος που έχει βιώσει πολλές αποτυχίες έζησα αυτά τα γεγονότα σαν ένα θεατρικό δρώμενο εν εξελίξει. Ήμουν σίγουρος για το που θα κατέληγαν τα πράγματα από την πρώτη στιγμή. Όπως είπα το πιο σημαντικό με κάθε αποτυχία είναι το πως την ερμηνεύεις και τι μαθαίνεις από αυτήν. Και βέβαια ούτε σε αυτό οι ήρωες του δράματος κατάφεραν να με εκπλήξουν. Ακολούθησαν εκείνο το παλιό ρητό που λέει πως όταν η πραγματικότητα διαφωνεί μαζί σου τότε είναι δικό της πρόβλημα. Ο Τσίπρας τα έριξε στους ανάλγητους γραφειοκράτες της Ευρώπης -άραγε δεν γνώριζε πως είναι ανάλγητοι από πριν;- και στους εσωτερικούς αντιπάλους του που ήθελαν να τον κατασπαράξουν -ο ίδιος δεν τους είχε επιλέξει, δεν ήξερε ποια είναι η Κωνστανοπούλου και ποιος είναι ο Βαρουφάκης;-. Ο Βαρουφάκης συνέχισε να είναι ξεχωριστός και να δίνει διαλέξεις για το πόσο καλύτερος θα ήταν ο κόσμος αν ένας υπουργός οικονομικών εφάρμοζε τις θεωρίες του. Το ότι ο ίδιος ήταν υπουργός οικονομικών μόνο λίγους μήνες πριν έμοιαζε να μην έχει καμία σημασία…


»Υποθέτω πως κάπου βαθιά μέσα μου γνώριζα την απάντηση αλλά ήταν δύσκολο να την παραδεχθώ. Γιατί αν το έκανα θα έπρεπε να αναλάβω τις ευθύνες μου . Να κάνω κάτι πολύ συγκεκριμμένο για να αλλάξω.»

 

Τις μέρες του δημοψηφίσματος έγραψα ένα κείμενο στο Facebook στο οποίο ζητούσα από τον Τσίπρα να κάνει πίσω και να συμμορφωθεί. Πολλοί μου είπαν μπράβο για αυτό. Άλλοι πάλι δυσαρεστήθηκαν. Προτού βιαστείτε να με συγχαρείτε για την διαύγεια της πολιτικής μου σκέψης θέλω να ομολογήσω πως το κείμενο εκείνο δεν είχε καμία σχέση με τον Τσίπρα και καμία σχέση με την πολιτική πραγματικότητα της χώρας. Είμαι άσχετος από πολιτική και ακόμα περισσότερο από οικονομία. Το κείμενο εκείνο δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια συναισθηματική αντίδραση. Το μόνο που έκανα ήταν να εκφράσω τον φόβο μου και τον φθόνο μου απέναντι σε έναν ολόκληρο λαό που είχε το θάρρος να κάνει μια επιλογή της οποίας οι συνέπειες ήταν άγνωστες. Πνιγμένος στις προσωπικές μου ανασφάλειες δεν άντεχα να βλέπω ανθρώπους να τολμούν έστω κι αν υπήρχε η δυνατότητα να αποτύχουν. Ένας φίλος μου μου έκανε την εξής ερώτηση κάτω από το ποστ: ‘τι φοβάσαι;’. Η ερώτηση του ήταν τόσο απλή και συγκεκριμένη που με παρέλυσε. Ο φίλος μου είναι ένας εξαιρετικός μουσικός κι ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος.  Διάβασε πίσω από τις λέξεις, μυρίστηκε τις προθέσεις μου μέσα στο ύφος του κειμένου. Και είχε απόλυτο δίκιο. ‘Τι φοβάσαι;’ Δεν με ρώτησε τι πιστεύω ή γιατί το πιστεύω. Ως γνωστόν ένας συμπλεγματικός άνθρωπος, ένας φοβισμένος άνθρωπος έχει τον τρόπο να θεωρητικοποιεί τις ανασφάλειες του και να τις επιστρέφει με έμμεσο τρόπο στους άλλους. Όμως αντιμέτωπος με ένα τόσο καθαρό ερώτημα, δεν είχα τίποτα να πω. Δεν είχα ιδέα τι να απαντήσω.

Υποθέτω πως κάπου βαθιά μέσα μου γνώριζα την απάντηση αλλά ήταν δύσκολο να την παραδεχθώ. Γιατί αν το έκανα θα έπρεπε να αναλάβω τις ευθύνες μου . Να κάνω κάτι πολύ συγκεκριμμένο για να αλλάξω. Τώρα πια ξέρω πολύ καλά τι ήταν αυτό που φοβόμουν. Φοβόμουν να αποτύχω. Με τρόμαζε, με παρέλυε. Με φόβιζε τόσο που προτιμούσα να μείνω για πάντα σε μια κατάσταση απάθειας και ήπιας δυστυχίας παρά να διεκδικήσω αυτά που αγαπώ. Δεν ξέρω αν είμαι ο μόνος που μερικές φορές σκέφτεται έτσι. Υποθέτω πως δεν είμαι. Αυτό το μπλογκ είναι μια έμπρακτη απόδειξη πως θέλω να αλλάξω. Να πάψω να ακούω τον φόβο μου και να μάθω να αποτυγχάνω με καλύτερο τρόπο.


Αντί για Αντίο μια Βρισιά

Το τελευταίο κομμάτι είναι όλο αφιερωμένο σε σένα που μας άφησες το περασμένο καλοκαίρι. Την μέρα που πέθανες ανέβασα ένα από τα αγαπημένα μας τραγούδια στο τοίχο μου. Λέγεται ‘σε αφοπλίζω με ένα χαμόγελο’. Disarm you with a smile. Κατά ένα τρόπο σου λέω το ίδιο πράγμα και τώρα αλλά με διαφορετικό τρόπο. Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως έκανα πολύ καλά εκείνο το βράδυ που μίλησα σε εκείνη την κοπέλα ακόμα κι αν έφαγα τα μούτρα μου, ακόμα κι αν έγινα ρεζίλι. Ίσως αν συνέχιζα να το κάνω, να μάθαινα να το κάνω καλύτερα και να γνώριζα πολλές ενδιαφέρουσες και όμορφες γυναίκες. Ίσως να είχα μια διαφορετική ζωή αυτή την στιγμή και να ήμουν πολύ πιο ευτυχισμένος. Όμως όπως λένε ποτέ δεν είναι αργά. Όμως για σένα είναι αργά. Κι ίσως αύριο, σε μερικές ώρες ή λεπτά να είναι και για μένα. Ήσουν μαλάκας και έκανες λάθος. Αυτό ήθελα να πω σε περίπτωση που υπάρχεις ακόμα κάπου και αναρωτιέσαι για ποιο λόγο εκείνη την νύχτα απλά σου χαμογέλασα και έφυγα χωρίς να πω κουβέντα.