Oh you ‘ve spoilt the picture

Η ιστορία της ζωής του Τσάρλυ Τσάπλιν είναι λίγο έως πολύ γνωστή. Ένα παιδί μεγαλωμένο στους δρόμους με μια μάνα που μπαινόβγαινε από τις ψυχιατρικές κλινικές κι έναν αλκοολικό πατέρα που ίσως και να μην ήταν πατέρας του που σίγουρα όμως δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ του για αυτόν.

Ο Τσάρλυ υπήρξε παρακατιανός από κούνια. Και δεν ήταν μόνο η κοινωνική του τάξη που τον προσδιόριζε έτσι. Όπως είπα η μητέρα του έπασχε από κάποια ψυχική ασθένεια. Δεν ήταν λίγες οι φορές που θα έπρεπε ο ίδιος να την προστατέψει και να την δικαιολογήσει ύστερα από κάποιο παραλήρημα της ή κάποιο αδικαιολόγητο βίαιο καυγά της συνήθως με ανθρώπους που δεν έφταιγαν σε τίποτα.

«Oh you ‘ve spoilt the picture του γκρινιάζει και τότε εκείνος συνεχίζοντας το φιλί του σηκώνει το χέρι και κάνει μια χειρονομία ‘άσε μας μωρέ’ πριν το πλάνο σβήσει διαπαντός.»

Κι ύστερα ήταν και το στίγμα της χαλαρής ηθικής και του παρία που κουβαλούσαν όλοι οι άνθρωποι των ‘λαϊκών’ θεαμάτων. Οι καλλιτέχνες των music halls, όπως ήταν οι γονείς του, ήταν λούμπεν άνθρωποι που η εργαζόμενη κοινωνία τους έβλεπε με κακό μάτι. Αλλά και το σουλούπι του ήταν μικροκαμωμένο κι είχε μια λεπτότητα στους τρόπους που τον κρατούσε έξω από κάθε πρότυπο αρσενικού. Χώρια το τσιγγάνικο αίμα που κυλούσε στις φλέβες του από την μεριά της μητέρας του. Όπως είπα παρακατιανός.

Οι βιογράφοι και οι κριτικοί βέβαια τα έχουν πει αυτά εκατοντάδες φορές και όποιος γνωρίζει τις ταινίες του δεν θα δυσκολευτεί να καταλάβει με ποιο τρόπο οι συνθήκες της παιδικής του ηλικίας έχουν διαμορφώσει το έργο του και τη θεματολογία του.

Είναι πολλά που μπορεί κανείς να πει για αυτό το φαινόμενο του 20ου αιώνα. Για το πως μετέφερε το vaudeville θέατρο στο φιλμ, την γκάφα και τα κινησιολογικά antics, για το πως ‘έφτιαξε’ ο ίδιος την κινηματογραφική γλώσσα δουλεύοντας ατελείωτα και σπαταλώντας χιλιάδες μέτρα από φιλμ ώστε να τελειοποιήσει την αφήγηση του και το γούστο του…κι αυτά είναι λίγα, ελάχιστα από τα καλλιτεχνικά του επιτεύγματα. Μην ξεχνάμε πως έγραφε ο ίδιος τις μουσικές των ταινιών του. Αν πιάσουμε και την προσωπική του ζωή…

Αυτό που ξέρω εγώ είναι πως αυτό τον άνθρωπο τον λατρεύω. Τόσο απλά. Δεν ξέρω πως και γιατί, δεν ξέρω καν αν είναι αληθινός. Ώρες, ώρες μου φαίνεται εξωπραγματικός. Και μαζί του και τα υπόλοιπα πρόσωπα των ταινιών του. Οι γυναίκες με τις κοντές μεταξωτές κάλτσες, οι μισητοί νταήδες, οι χοντροκώληδες νοικοκύρηδες… Υπόλευκα πρόσωπα με τεράστιους μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια που ζούνε στο φάστ φόργουορντ… Σαν στοιχειά του δάσους που δυστυχώς τα έδιωξε κακήν κακώς η έλευση του ήχου και η προσαρμογή της ταχύτητας προβολής.

Κι είναι και κάτι άλλο που είχε εκείνη η εποχή και με γοητεύει. Η ελευθεριότητα. Δεν είναι πολλά χρόνια που ανακάλυψα πως ήταν πολλοί οι πρώτοι κινηματογραφιστές που τράβηξαν πορνοταινίες που δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν τις σύγχρονες τους σε ανωμαλία και πονηράδα. Κάτι που επιβεβαιώνει πως ο κινηματογράφος στα σπάργανα του δεν ήταν το καθολικό θέαμα που είναι τώρα αλλά μια πικάντικη διασκέδαση κοντά στα καμπαρέ και τα ξενυχτάδικα.

Αυτή την ελευθεριότητα ή ας την πούμε ελαφρότητα την είχε κι ο Τσάπλιν. Πέρα από τις σοσιαλιστικές του συμπάθειες και την αξεπέραστη τέχνη του -συνέπεια της εργασιομανίας του- πέρα και από τις σπουδαίες ταινίες του που δεν πιστεύω να καταφέρει να φτάσει κανένας και ποτέ στην παγκοσμιότητά τους και στη δύναμη τους, είναι αυτή η ελαφρότητα που με αγγίζει και με κάνει να τον θαυμάζω τόσο παθολογικά. Αυτή η ελαφρότητα είναι η ποίηση του.

Τουλάχιστον την ποίηση όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, λυρική, που δεν έχει τίποτα άλλο να ασχοληθεί πέρα από τα ερωτικά βάσανα και τους καημούς της ζωής. Μια ποίηση που σιχαίνεται τα μεγαλεία, και τους πολέμους και τη δόξα. Μια ποίηση του πιο απλού ανθρώπινου μέτρου…του εφήμερου.

Θυμάμαι τον Τσάρλυ να χορεύει δυο φρατζόλες ψωμί καρφωμένες με δυο πιρούνια σαν πόδια. Ή να περιστρέφει τα κορδόνια της μπότας του στο πιρούνι σαν σπαγγέτι. Τον θυμάμαι να ξεροσταλιάζει δίπλα από την Μέρνα στο τσίρκο και να μαζεύεται κοκκινίζοντας. Να δίνει μια γερή κλωτσιά στον πισινό ενός χοντρού. Τον θυμάμαι να κοιτάζει βγάζοντας σπίθες τα μάτια της Τζώρτζια στο τέλος του Χρυσοθήρα περιμένοντας έναν φωτογράφο να τους τραβήξει μια φωτογραφία και δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου πως αυτό το πράγμα … δεν είναι θέαμα. Δεν είναι υποκριτική τέχνη. Είναι αλήθεια.

Ένα παράδειγμα. Δεν ξέρω αν έχετε δει το Χαμίνι. Οι κριτικοί ερίζουν για εκείνο το παλαβό εμβόλιμο κομμάτι στη ταινία όπου ο Τσάρλυ αποκοιμιέται και ονειρεύεται πως όλοι οι άνθρωποι έχουν βγάλει φτερά αγγέλων και πετούν πέρα δώθε. Κι είναι όλοι αγαπημένοι και ο ένας πηγαίνει με την γυναίκα του άλλου και είναι ευτυχισμένοι … ώσπου εμφανίζεται ο διάβολος και τους πιρουνίζει με την τρίαινα του και τους βάζει στο μυαλό τη ζήλια και το μίσος και γίνονται όλα άνω κάτω και τότε κάποιος πυροβολεί τον Τσάρλυ – άγγελο που ανοίγει κι αυτός τα φτερά του να πετάξει…και τον σκοτώνει. Πράγματι δεν έχει καμιά σχέση με την υπόλοιπη ταινία. Κι όμως…

Την εποχή που γύριζε το Χαμίνι ο Τσάπλιν είχε παράλληλα ξεκινήσει μια ερωτική σχέση με την γυναίκα ενός φίλου του. Είχε χάσει τα μυαλά του. Είχε αφήσει την ταινία στο έλεος του Θεού για να την συναντά στα κρυφά…οι παραγωγοί ωρύονταν, εκατομμύρια δολάρια χαραμίζονταν, οι δικηγόροι έσπαζαν το κεφάλι τους να σώσουν τα συμβόλαια κι αυτός το βιολί του. Και τότε εμπνεύστηκε αυτό το κομμάτι, αυτό το όνειρο με τους αγγέλους και το χωσε στη ταινία. Έτσι απλά κι ας μην είχε και πολύ σχέση. Κι είναι πανέμορφο … κι αν δεν είσαι κανένας χλιδάνεργος κριτικός που δεν ξέρει που παν τα τέσσερα όταν το βλέπεις μένεις με το στόμα ανοιχτό γιατί είναι ότι πιο όμορφο έχεις δει σε φιλμ.

Η υστεροφημία δεν έχει ανθρώπινα μέτρα. Δεν μπορείς να προβλέψεις τι θα αποκρυσταλλώσει ο χρόνος ως σπουδαίο ή όχι. Υποψιάζομαι πως έχει μια προτίμηση για το αυθεντικό, για αυτό που ακουμπάει τους πάντες και τα πάντα χωρίς επιτήδευση. Δεν ξέρω αν ο Τσάπλιν το γνώριζε αυτό ή ήταν απλά έτσι από τη φύση του. Πάντως αυτή ήταν η τέχνη του. Η ελαφρότητα του, η μανία του να ζει…εδώ και τώρα.

Είχε βγάλει πολλά λεφτά. Ήταν ο πρώτος της σόουμπιζ και ήταν και άνθρωπος βασανισμένος, γεμάτος συμπλέγματα και απωθημένα. Καμιά φορά σκέφτομαι πως ο Τσάπλιν είχε όλες τις προδιαγραφές για να γίνει ένα τέρας. Ένας Τζόκερ ή ένας Χίτλερ που είχαν και συναφείς προτιμήσεις στο μουστάκι. Υποθέτω πως στην προσωπική του ζωή θα είχε τις σκοτεινές στιγμές του. Λένε πως ήταν παθολογικός τσιγκούνης. Ποιος ξέρει. Το σίγουρο είναι πως στις ταινίες του προτίμησε να παραμείνει ο παρακατιανός που πάντα ήταν.

Ακόμα ένα παράδειγμα. Αυτή τη φορά από τον Χρυσοθήρα.  Φέρνω στο μυαλό μου ξανά και ξανά εκείνη τη τελευταία σκηνή … τον τρόπο που κοιτάει την όμορφη Τζώρτζια -εκτός πλοκής, εκτός θεάματος, το ύφος του είναι σοβαρό, παθιασμένο δεν κολλάει με τον ελαφρόμυαλο χαρακτήρα της υπόλοιπης ταινίας- και φαντάζομαι πως έκανε όλη την ταινία, 90 λεπτά φιλμ και βάλε με το νου σου πόσες άλλες ώρες λήψη που θα την απέρριψε, μόνο και μόνο για αυτή την τελευταία σκηνή, για αυτή τη σεκάνς  … για να πει σ’ αγαπώ και να φιλήσει στο στόμα μια μικρή που του είχε πάρει τα μυαλά.

Hold still! φωνάζει ο φωτογράφος καλύπτοντας το κεφάλι του με το πανί κι ο Τσάρλυ τον αγνοεί και με ύφος σοβαρό και παθιασμένο πλησιάζει τα χείλη του στα χείλη της και την φιλάει. Oh you ‘ve spoilt the picture του γκρινιάζει και τότε εκείνος συνεχίζοντας το φιλί του σηκώνει το χέρι και κάνει μια χειρονομία ‘άσε μας μωρέ’ πριν το πλάνο σβήσει διαπαντός.