Πως κατάφερα να νικήσω τον πατέρα μου

Ο πατέρας μου, ένα παιδί που μεγάλωσε μέσα στις τρομερές συνθήκες του πολέμου, είδε τον ορθολογισμό και την αναλυτική σκέψη ως τον μοναδικό τρόπο για να μπορέσει η ανθρωπότητα να ξεπεράσει το βάρβαρο παρελθόν της. Ο κομουνισμός του ήταν η εφαρμογή της επιστημονικής μεθόδου στην προσωπική και κοινωνική ζωή του.

‘Προέχει το καθήκον’. Αυτό ήταν το μότο του. Και το καθήκον εκτός από την εργασία του συμπεριλάμβανε και τους ανθρώπους γύρω του, την οικογένεια του και την κοινότητα της πόλης του. Ήταν μια αξιόπιστη και αποτελεσματική ηθική που τον βοήθησε να βελτιώσει την κοινωνική του θέση και να χαίρει της εκτίμησης των περισσότερων συνανθρώπων του.

Εγώ από την άλλη μισούσα τον πατέρα μου. Και μαζί με αυτόν μισούσα και όσα πίστευε. Την αισιοδοξία του και την πίστη του στο ανθρώπινο είδος και τον ηλίθιο ορθό του λόγο.

Η αποδόμηση ενός αθώου

Στα φοιτητικά μου χρόνια κυριαρχούσαν στις ανθρωπιστικές σπουδές οι ιδέες του μεταμοντερνισμού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από τα ιδεολογικά παιδιά του Μάη του 68. Τους γνωστούς Αλτουσέρ, Ντεριντά και Φουκό. Λέξεις όπως ‘αποδόμηση’, ή ‘λόγο-φωνο-κεντρισμός’, ή ‘διακειμενικότητα’ ήταν ψωμοτύρι για κάθε φοιτητή λογοτεχνίας.

Σύμφωνα με τους φιλοσόφους της αποδόμησης η αυθεντία, η εξουσία, είχαν υπόσταση πρώτα από όλα και κύρια μέσα στην ίδια την γλώσσα, στον τρόπο που σκεφτόμασταν και αντιλαμβανόμασταν τα πράγματα ως αληθινά, στο πως νοηματοδοτούσαμε τον κόσμο μέσα από λέξεις.

Η δύση είχε δώσει υπεροχή στον ορθολογισμό, όχι γιατί αυτός ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος σκέψης, αλλά γιατί έτσι παγίωνε την υπεροχή της απέναντι σε αδύναμες κοινωνικές ομάδες ή άλλους πολιτισμούς. Η ‘γλώσσα’ της επιστήμης και ο ορθός λόγος ήταν για την σύγχρονη εποχή ότι ήταν για τον μεσαίωνα ο Θεός και η εκπροσώπηση του στην γη από τον Πάπα. Ένα εργαλείο επιβολής.

Αρκούσε να εκθέσεις το πρόβλημα της ερμηνείας, της παραγωγής νοήματος του οποιουδήποτε κειμένου για να ξεχαρβαλώσεις τον μηχανισμό της εξουσίας ο οποίος πια όπως όλοι επαναλαμβάναμε σαν προσευχή νυχθημερόν, δεν σταματούσε στην αστυνομία ή το στρατό ή την δικαιοσύνη αλλά εισχωρούσε βαθιά σε οποιαδήποτε έκφραση και παραγωγή νοήματος, στην ίδια την γλώσσα και την πραγματικότητα που ‘βιώναμε’ μέσω αυτής.

Πρακτικά αυτό σήμαινε πως όταν ο Μάης του 68 έφτασε στις ακαδημαϊκές αίθουσες μπορούσες πια να κάνεις επανάσταση χωρίς να λερώσεις καθόλου τα χέρια σου. Μπορούσες επίσης να υποστηρίζεις τις πιο ακραίες και ριζοσπατικοποιημένες μορφές πάλης χωρίς καθόλου ενοχές. Ιδέες όπως ο ανθρωπισμός, η αγάπη, ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή δεν είχαν κανένα ηθικό βάρος. Ήταν όλα εκφάνσεις του δυτικού τρόπου σκέψης. Χαριτωμένες αλλά στην ουσία τους επικίνδυνες έννοιες ενός βάρβαρου συστήματος εξουσίας. Αυτό ήταν ένα πολύ βολικό σενάριο όχι τόσο για την επανάσταση, όσο για την ακαδημαϊκή σου καριέρα.

Εν πάση περιπτώσει το θέμα ήταν πως για πρώτη φορά είχα όλα τα δεδομένα με το μέρος μου. Ο ορθολογισμός δεν είχε καμιά αξία και αυτό το είχαμε αποδείξει και επιστημονικά. Ήταν κάτι συνταραχτικό. Μεταφορικά μιλώντας είχα κολλήσει τον πατέρα στο τοίχο. Κι ήμουν εγώ αυτός που κρατούσε το όπλο στο χέρι του.

Ίσως όλο αυτό να φαίνεται κάτι αυστηρά προσωπικό αλλά δεν είναι. Το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ολοκλήρωσα τις σπουδές μου ήταν κοινό για όλους τους ανθρώπους της γενιάς μου. Οι άνθρωποι οι οποίοι βρίσκονται αυτή την στιγμή στην εξουσία ψήθηκαν ιδεολογικά μέσα σε πανεπιστημιακές αίθουσες που κυριαρχούσαν οι ιδέες του Μάη του 68.

Ο πιο απαίσιος εχθρός

Φυσικά η αμφισβήτηση είναι κάτι υπέροχο όσο είσαι φοιτητής όμως την στιγμή που θα απομακρυνθείς από το θερμοκήπιο της ακαδημαϊκής ζωής, την στιγμή που θα χρειαστεί να αναλάβεις μια θέση ευθύνης, είτε μικρότερης είτε μεγαλύτερης εμβέλειας, καταλαβαίνεις πως τα πράγματα είναι πιο σύνθετα από όσο αρχικά είχες φανταστεί. Η αποδόμηση, όσο διασκεδαστική κι αν είναι δεν επαρκεί για να χαράξεις μια παραγωγική πολιτική ή να δώσεις λύσεις σε πρακτικά προβλήματα που αφορούν την ζωή σου ή τις ζωές των γύρω σου.

Όλα έχουν τον καιρό τους λέει ο σοφός εκκλησιαστής. Η γέννηση, ο θάνατος, η χαρά, η θλίψη, ο πόνος, η ηδονή. Ακόμα και η αμφισβήτηση. ‘Καιρός του βαλείν λίθους και καιρός του περισυλλέγειν λίθους.’ Υπάρχει καιρός για να πετάξεις πέτρες και καιρός για να περισυλλέξεις πέτρες.

Το τέλος της μεταπολίτευσης έφερε την γενιά των σαραντάρηδων προ των ευθυνών τους. Ο καιρός που πετούσαμε ανέμελοι πέτρες σε ότι μισούσαμε από το παρελθόν είχε παρέλθει. Είχε φτάσει η ώρα να επιλέξουμε το καλό από το κακό, να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι. Να διαλέξουμε τα κατάλληλα υλικά, τις πέτρες με τις οποίες θα οικοδομήσουμε το μέλλον. Και σε αυτή την διαδικασία επιλογής ανακαλύψαμε μοιραία πως δεν είχαμε άλλο σύμμαχο πέρα από τον πιο μισητό εχθρό μας. Τον ορθό λόγο.

Αυτό που αδυνατούσαμε να καταλάβουμε είναι πως όπως σε κάθε μάχη έτσι και με την δική μας μάχη ενάντια στο παλιό, δεν γνωρίσαμε ποτέ αληθινά τον εχθρό μας. Το μίσος παραμορφώνει την εικόνα του αντιπάλου, υπεραπλουστεύει τα κίνητρα του. Πάντοτε θεωρούσα τον πατέρα έναν απλοϊκό άνθρωπο, ο οποίος είχε πάρει μερικές βολικές ιδέες παραμάσχαλα και πορευόταν στην ζωή του. Αδυνατούσα να δω το βάθος του, τις αντιφάσεις του, τον συνεχόμενο εσωτερικό του αγώνα για να δημιουργήσει νόημα στην ζωή του.

Ότι μου θύμιζε πως ο πατέρας ίσως να μην είναι ο άνθρωπος που ήθελα να πιστεύω, η αγάπη του για τον Φάουστ, το πάθος του για την αστροφυσική, ένα βιβλίο για την ιστορικότητα του Ιησού, το παρέβλεπα συστηματικά. Ίσως γιατί κυριολεκτικά έτρεμα στην ιδέα πως κάπου βαθιά μέσα μας ήμασταν απελπιστικά ίδιοι. Εγώ και αυτός. Ο εχθρός. Η εξουσία. Ότι μισούσα περισσότερο.

Όπως και να έχει υποθέτω πως ο θάνατος του, πριν από ένα χρόνο, σήμανε και την λήξη της μάχης μας. Ήμουν πια ο οριστικός θριαμβευτής. Η γεύση βέβαια που σου αφήνει ένας τέτοιος θρίαμβος είναι πιο πικρή από όσο είχες φανταστεί στα νεότερα σου χρόνια. Μέσα στον δυνατό ήλιο του μεσημεριού αποχαιρέτησα τον πιο τρομερό εχθρό μου σκορπίζοντας μια χούφτα σκόνη στον ανοιχτό του τάφο. Έπειτα συνέχισα, βαδίζοντας στην σκιά των δέντρων, γνωρίζοντας πως όσο κι αν προσπάθησα να τον εξολοθρεύσω, θα συνέχιζε για πάντα να είναι εδώ.

 

Σχολιάστε