Βάρα με αλύπητα

Σαν όνειρο

Δεν ξέρω αν έχετε δει την ταινία Waking Life. Είναι μια ταινία που πραγματεύεται τα λεγόμενα lucid dreams, συνειδητά ή εναργή όνειρα στα ελληνικά, όνειρα στα οποία έχεις συνείδηση του ότι ονειρεύεσαι και έχεις απόλυτο έλεγχο του εαυτού σου όπως και στην πραγματική ζωή. Για χρόνια τα εναργή όνειρα θεωρούνταν ένας μύθος, μια πρακτική ανάλογη με το κάλεσμα ψυχών ή την μαγεία, όμως τα τελευταία χρόνια η επιστημονική κοινότητα, τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της, τα έχει αναγνωρίσει ως ένα υπαρκτό ψυχολογικό φαινόμενο.

Εν πάσει περιπτώσει το θέμα μου δεν είναι τα συνειδητά όνειρα. Απλά υπάρχει μια σκηνή στην ταινία waking life που μου έχει καρφωθεί στο μυαλό. Είναι η τελευταία σκηνή της ταινίας όταν ο πρωταγωνιστής ξυπνάει από μια ατελείωτη σειρά ονείρων. Ντύνεται, βάζει ένα φλιτζάνι καφέ για να πιει κι ύστερα βγαίνει από το σπίτι για να πάει με το αυτοκίνητο στην δουλειά. Την ώρα που βάζει το κλειδί στο αυτοκίνητο για να ανοίξει την πόρτα νιώθει το σώμα του να σηκώνεται ψηλά. Στην αρχή αιωρείται χαμηλά κρατημένος από το κλειδί. Ύστερα το αφήνει και φεύγει μακριά στον ουρανό όπως ένα μπαλόνι από ήλιο.

Η τελευταία σκηνή του Waking Life

Η ταινία κλείνει αφήνοντας σου την εντύπωση πως ο ήρωας είναι παγιδευμένος για πάντα μέσα σε ένα όνειρο όπου δεν έχει καθόλου έλεγχο του εαυτού του.

Τις τελευταίες εβδομάδες νιώθω ακριβώς έτσι. Νιώθω πως για κάποιο λόγο, η πραγματικότητα, τις πιο ανυποψίαστες στιγμές, καταρρέει σαν ένα όνειρο χωρίς λογική.

Νιώθω πως εκεί που κάνω τα πιο συνηθισμένα πράγματα μια αόρατη δύναμη με τραβάει από τα μαλλιά χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι για αυτό.

Νιώθω πως χάνω τον έλεγχο.

Ξέρω πως ακούγεται τρομαχτικό. Όμως συμβαίνει. Και δεν συμβαίνει μόνο σε μένα. Είμαι σίγουρος πως υπάρχουν κλινικοί όροι για να περιγράψουν αυτό το συναίσθημα όμως αυτή την στιγμή δεν με ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί πιστεύω ότι συμβαίνει αυτό και τον τρόπο που έχω βρει για να το αντιμετωπίζω.

Τι φταίει

Ζούμε σε μια εποχή απίστευτης ρευστότητας. Δεν χρειάζεται να είσαι κοινωνικός επιστήμονας για να καταλάβεις πως ο μέσος άνθρωπος βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα που δημιουργούν η οικονομική αστάθεια, η επισφαλής εργασία και ένας ρυθμός ζωής που απέχει έτη φωτός από τις βιολογικές αντοχές του ανθρώπινου είδους.

Όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε πως αυτό είναι κάτι πολύ πρόσφατο, όσο κι αν τσιρίζουμε από το πρωί μέχρι το βράδυ πως για όλα φταίνε τα μνημόνια και η οικονομική κρίση η αλήθεια είναι πως αυτή η κατάσταση δεν είναι εντελώς καινούρια, ούτε αφορά μόνο την χώρα μας και τον άναρχο βαλκανικό μας χαρακτήρα. Απλά σε περιόδους έντονης οικονομικής κρίσης τα συμπτώματα είναι πιο έντονα και πιο εύκολα αντιληπτά.

Η παράνοια αυτή έχει όνομα και υπάρχει εδώ και μερικούς αιώνες. Όσο κι αν απεχθάνομαι το ΚΚΕ και τα αποστεωμένα στελέχη του η αλήθεια είναι πως σε ένα πράγμα έχουν απόλυτο δίκιο. Η πηγή όλων των σύγχρονων δεινών μας, αλλά και όλων των καλών μας θα προσθέσω εγώ, είναι ο καπιταλισμός. Όσο κι αν προσπαθούμε να εκμοντερνίσουμε την μαρξιστική θεωρεία, στην βάση της λίγο πάνω λίγο κάτω είναι σωστή … γεγονός που θα διασφαλίζει στην ΚΚΕ ΑΕ μια μόνιμη θέση στα έδρανα της βουλής.

Σημ. Το ΚΚΕ είναι όπως ο ζαχαροπλάστης της γειτονιάς μου. Τα σιροπιαστά του είναι σκληρά και άνοστα, οι τούρτες του άθλιες, το παγωτό σκέτο χρώμα και χρωστικές όμως ο άτιμος φτιάχνει το καλύτερο τιραμισού στον κόσμο και για αυτό και το μαγαζάκι του δεν θα κλείσει ποτέ όπως και το ΚΚΕ.

Αυτό που θέλω να πω είναι πως αυτό που ζούμε τους τελευταίους δύο αιώνες είναι πρωτόγνωρο. Στην ουσία αυτό που μας συμβαίνει είναι πως βρισκόμαστε διαρκώς σε κρίση. Αυτό είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού. Ο ιλιγγιώδης ρυθμός παραγωγής έχει ως αποτέλεσμα την συνεχή κινητικότητα και ρευστότητα πληθυσμών, κοινωνικών τάξεων και πολιτικής εξουσίας. Το συνδικαλιστικό κίνημα και η αριστερά προσπάθησαν να θέσουν ένα ανάχωμα σε αυτή την κατάσταση αλλά όπως είναι γνωστό απέτυχαν οικτρά. Το μέγεθος της αποτυχίας μπορεί κανείς να το μετρήσει στα δαγκωμένα χείλη και τον έρπη του πρωθυπουργού μας.

Ζούμε σε μια εποχή που τα πράγματα αλλάζουν εξωφρενικά γρήγορα. Αλλαγές που παλιότερα έπαιρναν δεκαετίες ή αιώνες να ολοκληρωθούν συμβαίνουν τώρα μέσα σε μια νύχτα. Το βλέπει κανείς στο τοπίο γύρω του, στην πόλη και την ρυμοτομία της. Όμως πάνω από όλα το νιώθει στο πετσί του, στον ψυχικό του κόσμο και την συναισθηματική του κατάσταση. Η θύελλα που μαίνεται εκεί έξω, ξεσπάει το ίδιο δυνατά και μέσα μας.

Τράβα τον Λεβιέ μου

Μας βασανίζει μια συνεχής και ανυπόφορη αίσθηση πως χάνουμε τον έλεγχο. Ίσως αυτό να εξηγεί το φετιχισμό που έχει ο σύγχρονος άνθρωπος με οτιδήποτε μπορεί να του δώσει έστω και περιστασιακά μια αίσθηση κυριαρχίας κι ελέγχου πάνω στην πραγματικότητα.

Οι διαφημίσεις είναι πλημμυρισμένες από εικόνες ανθρώπων που γυρνούν κουμπιά, ανοιγοκλείνουν διακόπτες, τραβάνε λεβιέδες … ανθρώπων που φαινομενικά φαίνονται να έχουν τον απόλυτο έλεγχο της καθημερινότητας τους.

Η ιδέα πίσω από όλα αυτά ξεπερνά κατά πολύ την χρηστική αξία των συσκευών. Η αίσθηση πως μπορείς να ρυθμίζεις τα πάντα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια έχει, όσο γελοίο κι αν ακούγεται αυτό, ερωτικές προεκτάσεις. Ο σύγχρονος άνθρωπος παίρνει ηδονή από το να χειρίζεται συσκευές. Είναι κάτι που τον ηρεμεί, τον κάνει να νιώθει πως έχει το πάνω χέρι στο περιβάλλον του.

Τα αντικείμενα της καθημερινότητας μας, τα κινητά, οι υπολογιστές, το αστραφτερό αμάξι μας είναι ερωτικά φετίχ. Και φυσικά ισχύει και το αντίστροφο. Τα γεννητικά μας όργανα και οι ερωτογενείς μας ζώνες είναι αντικείμενα.

Αν για τον βικτωριανό άνθρωπο της αυστηρής σεξουαλικής υγιεινής, η θέα ενός εσωρούχου ή μιας καλτσοδέτας κάτω από ένα φουστάνι ήταν η απόλυτη πορνογραφία, για εμάς είναι ένα περίτεχνο τσιμπούκι ή το σωστό παίξιμο μιας κλειτορίδας ωσότου να έρθει σε οργασμό ή να κάνει squirting η δεν ξέρω γω τι άλλο τεχνικό όρο μας αρέσει να χρησιμοποιούμε για ότι συμβαίνει ανάμεσα στα πόδια μας. Τα γεννητικά όργανα, όπως είπα, είναι συσκευές που μπορείς να τις χειρίζεσαι και να τις μεταχειρίζεσαι με τεχνικούς όρους και οδηγίες χρήσης.

Δεν είναι να απορεί κανείς που στο youtube κάνουν θραύση τα βίντεο με δοκιμές γκάτζετ ή life hacks. Οι τύποι βγάζουν εκατομμύρια δοκιμάζοντας σουρωτήρια και πατέντες για κινητά κι εμείς τους κοιτάμε με ανοιχτό το στόμα σαν να κάνουν κάτι αληθινά αξιοθαύμαστο.

Οι συσκευές είναι όπως τα ναρκωτικά, όπως κάθε δραστηριότητα που σου δίνει ένα περιστασιακό ανέβασμα ή ηδονή. Δουλεύοντας καθημερινά με παιδιά είναι κάτι που το γνωρίζω πολύ καλά. Τα παιδιά εθίζονται στην χρήση των συσκευών χειρότερα κι από τα ηλεκτρονικά παιχνίδια ή το τσιγάρο. Το να τρίβεις την γυαλιστερή επιφάνεια του κινητού χωρίς νόημα σε ηρεμεί, σε κάνει να ξεχνιέσαι και αυτό αρκεί ανεξάρτητα αν επικοινωνείς με κάποιον ή παίζεις ένα παιχνίδι ή απλά σκρολάρεις πάνω κάτω τον τοίχο του facebook χωρίς να διαβάζεις τίποτα.

Σαδισμός (με τα δάχτυλα)

Ένας από τους πρώτους και πιο διορατικούς βιογράφους του Μαρκήσιου Ντε Σαντ, ο Τζέφρυ Γκόρερ, δίνει τον εξής ορισμό για τον σαδισμό.

Σαδισμός είναι η ηδονή που νιώθει κανείς από τις παρατηρούμενες μεταβολές που επιφέρει η θέληση του στην πραγματικότητα.

Με άλλα λόγια σαδισμός είναι η ηδονή που νιώθει κανείς βλέποντας, κυριολεχτικά βλέποντας, πως έχει τον έλεγχο της πραγματικότητας γύρω του. Υπό αυτό το πρίσμα, σαδισμός είναι να βάζεις φωτιά σε ένα εξαώροφο κτήριο και να απολαμβάνεις να το βλέπεις να καταστρέφεται ή να πληγώνεις τον αγαπημένο σου και να τον βλέπεις να κλαίει ή να γράφεις ένα υπέροχο κείμενο που συγκινεί τους αναγνώστες σου και να διαβάζεις τα διθυραμβικά τους σχόλια…

Σαδισμός όμως είναι και να πατάς μερικά κουμπάκια και να ακούς ήχους ή να βλέπεις πολύχρωμα λαμπάκια να ανάβουν.

Είναι μια βαθιά, πρωτόγονη ανθρώπινη ανάγκη. Μια παιδική ανάγκη που από μόνη της δεν έχει ούτε θετικό, ούτε αρνητικό πρόσημο. Εξηγεί το γιατί ένα παιδί μπορεί να απολαμβάνει να βασανίζει ένα ζώο, ή να κάνει κακόγουστες φάρσες ή να χτυπάει εκκωφαντικά τις κατσαρόλες την ώρα που όλοι κοιμούνται.

Εκφράζει την πηγαία ανάγκη κάθε ανθρώπου για καταστροφή και δημιουργία, την ανάγκη για έλεγχο και την ηδονή που πηγάζει από την άσκηση αυτού του ελέγχου.

Ο σύγχρονος άνθρωπος αδυνατεί να εκτονώσει αυτό το ένστικτο του για σαδισμό στο μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής του. Στην εργασία του δεν δημιουργεί τίποτα, δεν παράγει τίποτα, δεν ελέγχει τις περισσότερες φορές κανένα. Είναι κομμάτι μιας μηχανής που αυτή παράγει κι ελέγχει. Στις σχέσεις του με την εξουσία νιώθει πως δεν έχει καμία δύναμη. Ανεβοκατεβάζει κλόουν στις κυβερνήσεις και τα πράγματα παραμένουν πεισματικά το ίδιο άθλια.

Στις διαπροσωπικές του σχέσεις τα πράγματα είναι πιο ρευστά από ποτέ. Ο γάμος έχει πάψει να είναι, τουλάχιστον επιφανειακά, εκείνος ο παλιός καλός θεσμός που δύο άνθρωποι υποκύπτουν ο ένας στην θέληση του άλλου. Την θέση του έχει πάρει, ή τουλάχιστον έτσι θέλουμε να πιστεύομε, η αλληλοκατανόηση και η συντροφικότητα. Ξενέρωμα δηλαδή.

Υπάρχει βέβαια πάντα η επιλογή να ανατινάξεις ένα εμπορικό κέντρο στον αέρα ή να οδηγήσεις μια νταλίκα σε ένα πλήθος αθώων. Όμως αυτά, αν δεν πιστεύεις στον Αλλάχ, οδηγούν στην φυλακή ή τον θάνατο.

Μας μένουν τα γεννητικά μας όργανα, τα οποία μπορούν μέχρι σε ένα βαθμό να μας δώσουν ηρεμία και ηδονή. Όμως κι αυτά αργά ή γρήγορα ξεθυμαίνουν ή λιγοψυχούν.

Μόνο τα κινητά μας έχουν μια κάποια αξιοπιστία. Παραμένουν σε λειτουργία για πολλές ώρες, φορτίζονται εύκολα και γρήγορα και μπορούμε έτσι να τα χαϊδεύουμε ατελείωτα, ωσότου να μουδιάσουνε τα δάχτυλα μας, κι ακόμα παραπέρα…

The sky is crying

Ξεκίνησα γράφοντας για το πως νιώθω τον τελευταίο καιρό.

Δεν μπορώ να πω πως νιώθω σκατά. Απλά νιώθω πως η πραγματικότητα είναι χαοτική και πως τίποτα δεν έχει το παραμικρό νόημα. Κάνω μαύρες σκέψεις. Φοβάμαι πως θα χάσω αυτούς που αγαπώ. Φοβάμαι πως θα ξυπνήσω κι απλά δεν θα είναι εκεί ή θα έχουν αλλάξει τα συναισθήματα τους.

Έχω την αίσθηση πως ζω μέσα σε ένα κακό όνειρο από το οποίο δεν θα ξυπνήσω ποτέ. Οι περισσότεροι άνθρωποι γύρω μου μου μοιάζουν με κακές απομιμήσεις ανθρώπων, κακέκτυπα των παλιών τους ρόλων. Με τρομάζουν τα χαμόγελα τους, οι χειρονομίες τους, οι καλές τους κουβέντες. Φοβάμαι πως θα μείνω μόνος, αφόρητα μόνος σε ένα κόσμο που κανείς δεν θα καταλαβαίνει κανένα.

Πολλές φορές το γράψιμο ικανοποιεί τα σαδιστικά μου ένστικτα. Νιώθω πως έχω τον έλεγχο εκεί. Γράφω ακραία πράγματα και παρατηρώ τις αντιδράσεις. Διαβάζω τα σχόλια μίσους ή θαυμασμού που λαμβάνω. Είναι κάτι που μου δίνει ικανοποίηση. Το να κάνεις δημιουργικά πράγματα είναι μια καλή εκδοχή σαδισμού.

Μερικές φορές ούτε αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Έχω ανάγκη από κάτι πιο δυνατό, κάτι πιο συγκλονιστικό.

Σκέφτομαι πως θα ήθελα να δω μια πόλη να τυλίγεται στις φλόγες ή αμάξια να αναποδογυρίζουν στον αέρα. Είναι εικόνες που μου έχουν δώσει ατελείωτη ηδονή στο σινεμά. Εκείνη η αίσθηση πως κάτι επιτέλους συμβαίνει, κάτι πιο μεγάλο και πιο συνταραχτικό από εμένα και την πεζή καθημερινότητα μου. Υποθέτω πως είναι το ίδιο που νιώθουν οι τύποι που βάζουν φωτιά στους κάδους και πετάνε καδρόνια και πέτρες στα ματ.

Όμως δεν είμαι φτιαγμένος για τόσο μεγάλα εγκλήματα.

Θα μπορούσα φυσικά να αυνανιστώ. Όπως τόσες και τόσες φορές. Όμως ξέρω πως δεν θα με ηρεμήσει για πολύ. Μερικά λεπτά χαλάρωσης κι ύστερα τα ίδια.

Η σωτηρία μου θα ήταν να βρω ένα κορίτσι όπως αυτό. Με ένα τέτοιο κορίτσι θα μπορούσα να εκτονώσω τα σαδιστικά μου ένστικτα.

Όμως δύσκολα βρίσκεις τέτοια κορίτσια στις μέρες μας.

Αυτό που έχω καταλάβει με τα χρόνια είναι πως μερικές φορές όσο κι αν προσπαθήσεις δεν μπορείς να κάνεις κάτι για την κακή σου διάθεση ή την μελαγχολία. Η πραγματικότητα, όπως τα όνειρα, σε τραβάει από τον λαιμό και σε κολλάει στον τοίχο ή σε πετάει ψηλά στον ουρανό. Όταν συμβαίνει αυτό οι έμπειροι ονειρευτές συμβουλεύουν να χαλαρώσεις, να εστιάσεις σε μια μικρή λεπτομέρεια του ονείρου ωσότου να επανακτήσεις την συγκέντρωση σου…

Όταν συμβαίνει αυτό το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να κάνεις υπομονή και να τραγουδήσεις τα μπλουζ.

The sky is crying …

 

Oh you ‘ve spoilt the picture

Η ιστορία της ζωής του Τσάρλυ Τσάπλιν είναι λίγο έως πολύ γνωστή. Ένα παιδί μεγαλωμένο στους δρόμους με μια μάνα που μπαινόβγαινε από τις ψυχιατρικές κλινικές κι έναν αλκοολικό πατέρα που ίσως και να μην ήταν πατέρας του που σίγουρα όμως δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ του για αυτόν.

Ο Τσάρλυ υπήρξε παρακατιανός από κούνια. Και δεν ήταν μόνο η κοινωνική του τάξη που τον προσδιόριζε έτσι. Όπως είπα η μητέρα του έπασχε από κάποια ψυχική ασθένεια. Δεν ήταν λίγες οι φορές που θα έπρεπε ο ίδιος να την προστατέψει και να την δικαιολογήσει ύστερα από κάποιο παραλήρημα της ή κάποιο αδικαιολόγητο βίαιο καυγά της συνήθως με ανθρώπους που δεν έφταιγαν σε τίποτα.

«Oh you ‘ve spoilt the picture του γκρινιάζει και τότε εκείνος συνεχίζοντας το φιλί του σηκώνει το χέρι και κάνει μια χειρονομία ‘άσε μας μωρέ’ πριν το πλάνο σβήσει διαπαντός.»

Κι ύστερα ήταν και το στίγμα της χαλαρής ηθικής και του παρία που κουβαλούσαν όλοι οι άνθρωποι των ‘λαϊκών’ θεαμάτων. Οι καλλιτέχνες των music halls, όπως ήταν οι γονείς του, ήταν λούμπεν άνθρωποι που η εργαζόμενη κοινωνία τους έβλεπε με κακό μάτι. Αλλά και το σουλούπι του ήταν μικροκαμωμένο κι είχε μια λεπτότητα στους τρόπους που τον κρατούσε έξω από κάθε πρότυπο αρσενικού. Χώρια το τσιγγάνικο αίμα που κυλούσε στις φλέβες του από την μεριά της μητέρας του. Όπως είπα παρακατιανός.

Οι βιογράφοι και οι κριτικοί βέβαια τα έχουν πει αυτά εκατοντάδες φορές και όποιος γνωρίζει τις ταινίες του δεν θα δυσκολευτεί να καταλάβει με ποιο τρόπο οι συνθήκες της παιδικής του ηλικίας έχουν διαμορφώσει το έργο του και τη θεματολογία του.

Είναι πολλά που μπορεί κανείς να πει για αυτό το φαινόμενο του 20ου αιώνα. Για το πως μετέφερε το vaudeville θέατρο στο φιλμ, την γκάφα και τα κινησιολογικά antics, για το πως ‘έφτιαξε’ ο ίδιος την κινηματογραφική γλώσσα δουλεύοντας ατελείωτα και σπαταλώντας χιλιάδες μέτρα από φιλμ ώστε να τελειοποιήσει την αφήγηση του και το γούστο του…κι αυτά είναι λίγα, ελάχιστα από τα καλλιτεχνικά του επιτεύγματα. Μην ξεχνάμε πως έγραφε ο ίδιος τις μουσικές των ταινιών του. Αν πιάσουμε και την προσωπική του ζωή…

Αυτό που ξέρω εγώ είναι πως αυτό τον άνθρωπο τον λατρεύω. Τόσο απλά. Δεν ξέρω πως και γιατί, δεν ξέρω καν αν είναι αληθινός. Ώρες, ώρες μου φαίνεται εξωπραγματικός. Και μαζί του και τα υπόλοιπα πρόσωπα των ταινιών του. Οι γυναίκες με τις κοντές μεταξωτές κάλτσες, οι μισητοί νταήδες, οι χοντροκώληδες νοικοκύρηδες… Υπόλευκα πρόσωπα με τεράστιους μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια που ζούνε στο φάστ φόργουορντ… Σαν στοιχειά του δάσους που δυστυχώς τα έδιωξε κακήν κακώς η έλευση του ήχου και η προσαρμογή της ταχύτητας προβολής.

Κι είναι και κάτι άλλο που είχε εκείνη η εποχή και με γοητεύει. Η ελευθεριότητα. Δεν είναι πολλά χρόνια που ανακάλυψα πως ήταν πολλοί οι πρώτοι κινηματογραφιστές που τράβηξαν πορνοταινίες που δεν έχουν σε τίποτα να ζηλέψουν τις σύγχρονες τους σε ανωμαλία και πονηράδα. Κάτι που επιβεβαιώνει πως ο κινηματογράφος στα σπάργανα του δεν ήταν το καθολικό θέαμα που είναι τώρα αλλά μια πικάντικη διασκέδαση κοντά στα καμπαρέ και τα ξενυχτάδικα.

Αυτή την ελευθεριότητα ή ας την πούμε ελαφρότητα την είχε κι ο Τσάπλιν. Πέρα από τις σοσιαλιστικές του συμπάθειες και την αξεπέραστη τέχνη του -συνέπεια της εργασιομανίας του- πέρα και από τις σπουδαίες ταινίες του που δεν πιστεύω να καταφέρει να φτάσει κανένας και ποτέ στην παγκοσμιότητά τους και στη δύναμη τους, είναι αυτή η ελαφρότητα που με αγγίζει και με κάνει να τον θαυμάζω τόσο παθολογικά. Αυτή η ελαφρότητα είναι η ποίηση του.

Τουλάχιστον την ποίηση όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, λυρική, που δεν έχει τίποτα άλλο να ασχοληθεί πέρα από τα ερωτικά βάσανα και τους καημούς της ζωής. Μια ποίηση που σιχαίνεται τα μεγαλεία, και τους πολέμους και τη δόξα. Μια ποίηση του πιο απλού ανθρώπινου μέτρου…του εφήμερου.

Θυμάμαι τον Τσάρλυ να χορεύει δυο φρατζόλες ψωμί καρφωμένες με δυο πιρούνια σαν πόδια. Ή να περιστρέφει τα κορδόνια της μπότας του στο πιρούνι σαν σπαγγέτι. Τον θυμάμαι να ξεροσταλιάζει δίπλα από την Μέρνα στο τσίρκο και να μαζεύεται κοκκινίζοντας. Να δίνει μια γερή κλωτσιά στον πισινό ενός χοντρού. Τον θυμάμαι να κοιτάζει βγάζοντας σπίθες τα μάτια της Τζώρτζια στο τέλος του Χρυσοθήρα περιμένοντας έναν φωτογράφο να τους τραβήξει μια φωτογραφία και δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου πως αυτό το πράγμα … δεν είναι θέαμα. Δεν είναι υποκριτική τέχνη. Είναι αλήθεια.

Ένα παράδειγμα. Δεν ξέρω αν έχετε δει το Χαμίνι. Οι κριτικοί ερίζουν για εκείνο το παλαβό εμβόλιμο κομμάτι στη ταινία όπου ο Τσάρλυ αποκοιμιέται και ονειρεύεται πως όλοι οι άνθρωποι έχουν βγάλει φτερά αγγέλων και πετούν πέρα δώθε. Κι είναι όλοι αγαπημένοι και ο ένας πηγαίνει με την γυναίκα του άλλου και είναι ευτυχισμένοι … ώσπου εμφανίζεται ο διάβολος και τους πιρουνίζει με την τρίαινα του και τους βάζει στο μυαλό τη ζήλια και το μίσος και γίνονται όλα άνω κάτω και τότε κάποιος πυροβολεί τον Τσάρλυ – άγγελο που ανοίγει κι αυτός τα φτερά του να πετάξει…και τον σκοτώνει. Πράγματι δεν έχει καμιά σχέση με την υπόλοιπη ταινία. Κι όμως…

Την εποχή που γύριζε το Χαμίνι ο Τσάπλιν είχε παράλληλα ξεκινήσει μια ερωτική σχέση με την γυναίκα ενός φίλου του. Είχε χάσει τα μυαλά του. Είχε αφήσει την ταινία στο έλεος του Θεού για να την συναντά στα κρυφά…οι παραγωγοί ωρύονταν, εκατομμύρια δολάρια χαραμίζονταν, οι δικηγόροι έσπαζαν το κεφάλι τους να σώσουν τα συμβόλαια κι αυτός το βιολί του. Και τότε εμπνεύστηκε αυτό το κομμάτι, αυτό το όνειρο με τους αγγέλους και το χωσε στη ταινία. Έτσι απλά κι ας μην είχε και πολύ σχέση. Κι είναι πανέμορφο … κι αν δεν είσαι κανένας χλιδάνεργος κριτικός που δεν ξέρει που παν τα τέσσερα όταν το βλέπεις μένεις με το στόμα ανοιχτό γιατί είναι ότι πιο όμορφο έχεις δει σε φιλμ.

Η υστεροφημία δεν έχει ανθρώπινα μέτρα. Δεν μπορείς να προβλέψεις τι θα αποκρυσταλλώσει ο χρόνος ως σπουδαίο ή όχι. Υποψιάζομαι πως έχει μια προτίμηση για το αυθεντικό, για αυτό που ακουμπάει τους πάντες και τα πάντα χωρίς επιτήδευση. Δεν ξέρω αν ο Τσάπλιν το γνώριζε αυτό ή ήταν απλά έτσι από τη φύση του. Πάντως αυτή ήταν η τέχνη του. Η ελαφρότητα του, η μανία του να ζει…εδώ και τώρα.

Είχε βγάλει πολλά λεφτά. Ήταν ο πρώτος της σόουμπιζ και ήταν και άνθρωπος βασανισμένος, γεμάτος συμπλέγματα και απωθημένα. Καμιά φορά σκέφτομαι πως ο Τσάπλιν είχε όλες τις προδιαγραφές για να γίνει ένα τέρας. Ένας Τζόκερ ή ένας Χίτλερ που είχαν και συναφείς προτιμήσεις στο μουστάκι. Υποθέτω πως στην προσωπική του ζωή θα είχε τις σκοτεινές στιγμές του. Λένε πως ήταν παθολογικός τσιγκούνης. Ποιος ξέρει. Το σίγουρο είναι πως στις ταινίες του προτίμησε να παραμείνει ο παρακατιανός που πάντα ήταν.

Ακόμα ένα παράδειγμα. Αυτή τη φορά από τον Χρυσοθήρα.  Φέρνω στο μυαλό μου ξανά και ξανά εκείνη τη τελευταία σκηνή … τον τρόπο που κοιτάει την όμορφη Τζώρτζια -εκτός πλοκής, εκτός θεάματος, το ύφος του είναι σοβαρό, παθιασμένο δεν κολλάει με τον ελαφρόμυαλο χαρακτήρα της υπόλοιπης ταινίας- και φαντάζομαι πως έκανε όλη την ταινία, 90 λεπτά φιλμ και βάλε με το νου σου πόσες άλλες ώρες λήψη που θα την απέρριψε, μόνο και μόνο για αυτή την τελευταία σκηνή, για αυτή τη σεκάνς  … για να πει σ’ αγαπώ και να φιλήσει στο στόμα μια μικρή που του είχε πάρει τα μυαλά.

Hold still! φωνάζει ο φωτογράφος καλύπτοντας το κεφάλι του με το πανί κι ο Τσάρλυ τον αγνοεί και με ύφος σοβαρό και παθιασμένο πλησιάζει τα χείλη του στα χείλη της και την φιλάει. Oh you ‘ve spoilt the picture του γκρινιάζει και τότε εκείνος συνεχίζοντας το φιλί του σηκώνει το χέρι και κάνει μια χειρονομία ‘άσε μας μωρέ’ πριν το πλάνο σβήσει διαπαντός.